Σχεδόν κάθε Κυριακή πρωί στην εκκλησία
της κεντρικής πλατείας της επαρχιακής πόλης. Ο ένας μπροστά με το κεφάλι να
κοιτάει περήφανα ευθεία και ο άλλος στα πίσω καθίσματα με λυγισμένο το κορμί να
προσεύχεται. Ο κύριος Αγαμέμνονας, συνταξιούχος πλέον, αλλά παλιά μεγάλος και
τρανός αρχιτέκτονας της πόλης διαφημιζόταν σε κάθε θεία λειτουργία σαν
ευυπόληπτος πολίτης, ενίοτε παρίστανε και τον ψάλτη. Ο κυρ Τάκης, συνταξιούχος
αγρότης, τί να διαφήμιζε; Τη φτώχεια του; Καθόταν πάντα πίσω για να περνάει
απαρατήρητος και να μπορεί να προσεύχεται συγκεντρωμένος.
Αόρατα χέρια
Η περίοδος των διακοπών πάντα η
ίδια για αυτήν την τετραμελή οικογένεια. Τέλη Αυγούστου μέχρι αρχές Σεπτέμβρη. Για
να είναι μόνοι να πετάνε πέτρες ελεύθερα στην θάλασσα χωρίς να κινδυνεύουν να πετύχουν
κανέναν στο δόξα πατρί. Το μέσο μεταφοράς το ίδιο, η λευκή κλούβα η οποία
λειτουργούσε και σαν κατάλυμα, ρίχνοντας ένα μεγάλο στρώμα κατάχαμα. Η μόνη
διαφορά στις φετινές διακοπές είναι πως τα δύο τους κορίτσια λείπανε. Φοιτήτρια
η μια στo Ρέθυμνο ετοιμάζονταν για την εξεταστική και η άλλη δούλευε
στην Αθήνα από το πρωί έως το βράδυ. Για αυτό φέτος, το ζευγάρι ξεκίνησε μονάχο το ταξίδι, ο Φάνης και η Τασία. Μόλις
έφτασαν στην κορυφή του βουνού, που τους έκρυβε την θάλασσα, ο Φάνης έβαλε δευτέρα,
για να μην πατάει συνέχεια φρένο, το αμάξι άρχισε να λύνεται στον κατήφορο, το
ίδιο και η γλώσσα του, αν και συνήθως ήταν σιωπηλός στον ενδοοικογενειακό του
βίο.
Πέντε λεπτά νωρίτερα
Ήταν κάποτε μια όμορφη πόλη με φιλήσυχους μα και ευκολόπιστους κατοίκους. Είχαν την αφέλεια να νομίζουν πως ζούσαν και δούλευαν ελεύθεροι ενώ στην πραγματικότητα τους καταδυνάστευαν ο βασιλιάς και οι γραμματιζούμενοι αυλικοί του, οι όποιοι καρπωνόντουσαν και το μεγαλύτερο μερίδιο από τους κόπους των πολιτών. Στην υπηρεσία της πόλης και του συμφέροντος είχε θέσει τον εαυτό της και μια πολύ έξυπνη κοπέλα που την έλεγαν Οικονομία, εν συντομία Μία. Με τα νούμερα κανένας δεν της πήγαινε κόντρα. «Εγώ θα σας κάνω κουμάντο με τα δημόσια χρήματά μας, αν μου έχετε εμπιστοσύνη» είπε και όλοι συμφώνησαν, αφού ξέρανε πως ήταν δίκαιη κοπέλα και μαθηματική ιδιοφυία. Μα δυστυχώς ούτε αυτή αφέθηκε ελεύθερη να πράξει το καθήκον της για το κοινό όφελος του συνόλου των πολιτών, με την διαφορά πως εκείνη ήξερε ότι ήταν σκλαβωμένη αφού την είχε φυλακίσει η κυβερνητική κλίκα σε ένα σκοτεινό δωμάτιο στα ανάκτορα του βασιλιά.
Η συμφωνία
Το αμφιθέατρο της φιλοσοφικής,
λίγο πριν την έναρξη της εξέτασης, ήταν σχεδόν άδειο. Η Λένα μπήκε μέσα
κατευθυνόμενη στα πίσω έδρανα, στην γαλαρία, όπου βρίσκονταν η Μαρία που δεν
την γνώριζε. Εξάλλου δεν πάταγε καθόλου στη σχολή εδώ και μήνες, παρόλο που
έπρεπε να τελειώσει μέσα στο ερχόμενο έτος. Έκατσε ακριβώς δίπλα της, μπας και
αντιγράψει τίποτα αφού είχε πάει σαν τουρίστρια χωρίς να ανοίξει βιβλίο. Όπως
πάντα στην κοσμάρα της, δεν κατάλαβε αμέσως πως η Μαρία είχε πρόβλημα με τα
πόδια της και δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς καροτσάκι. Στρογγυλοκάθισε σταυροπόδι,
άναψε, χωρίς να ρωτήσει, τσιγάρο και ο καπνός πήγαινε κατευθείαν στο πρόσωπο
της Μαρίας. Κάθε λογικός άνθρωπος θα είχε νευριάσει αλλά εκείνη την κοίταζε με
ένα ειδικό βλέμμα γεμάτο κατανόηση και ηρεμία. Η Λένα διαισθάνθηκε το διαπεραστικό
βλέμμα της Μαρίας και αισθάνθηκε αμηχανία αλλά και μια περίεργη θαλπωρή.
Το παλιό εικοσάρικο
Τα ήξερε τα χούγια του αμαξιού του ο Κυρ Νίκος. Κοντά τριάντα δύο χρόνια ήταν η συντροφιά του το γαλάζιο όπελ καντέτ με τα χίλια διακόσια κυβικά του. Πάλιωσε το όχημα πάλιωσε και ο οδηγός και ας μην ήταν πολύ μεγάλος. Μόλις είχε βγει στην σύνταξη αλλά δεν πρόλαβε να την χαρεί, τον χτύπησε στους πνεύμονες η κακιά αρρώστια. Έτρεχε από γιατρό σε γιατρό, από νοσοκομείο σε νοσοκομείο αλλά το ένιωθε πως το τέλος ερχόταν. Το ένιωθε ίσως και το πιστό του το αμάξι που όλο και συχνότερα τον άφηνε βραδιάτικα στις ερημιές. Δεν ήθελε όμως να το αλλάξει, είχε συνηθίσει τις χαμηλές ταχύτητες, το χαλασμένο ραδιόφωνο και το παλιό εικοσάρικο. Μόνο το παλιό εικοσάρικο του είχε ταιριάξει στο χαλασμένο παράθυρο για να σφηνώνει το τζάμι στην σχισμή της πόρτας του οδηγού. Όποτε ήθελε να το ανοίξει για να κάνει τσιγάρο έβγαζε το μεταλλικό κέρμα και το τζάμι κατέβαινε σαν να ήταν μαγικό ή σύγχρονο ηλεκτρονικό.
Όπου μιλάει ο άνεμος
Η επιστολή της Αλήθειας
Σήμερα γιορτάζει το Ψέμα και έτσι αποφάσισε η Αλήθεια να του στείλει μέσω επιστολής τις ευχές της!
Φίλτατο και αγαπητό Ψέμα,
Ίσως σε παραξενέψει η επιστολή μου αυτή, λόγω της αντίθετης φιλοσοφίας ζωής που έχουμε, αλλά θα προσπαθήσω να λύσω εν συντομία το μυστήριο. Θα ήθελα να σου ευχηθώ από τα βάθη της ψυχής μου "χρόνια πολλά". Να είσαι γερό και δυνατό σαν τα ψηλά βουνά για να γιορτάζεις κάθε πρώτη του Απρίλη και να με ξεκουράζεις έστω και για αυτές τις 24 ώρες.
Κουράστηκα φιλαράκι Ψέμα, κουράστηκα να μην μπορώ να βρω ένα απόκρυφο μέρος να κρυφτώ σε αυτήν την χώρα. Με αναζητούν παντού σαν μανιακοί οι κάτοικοι της, χωρίς εμένα δεν μπορούν να ζήσουν. Τρέχω σαν τρελή να μεταλαμπαδεύσω την λάμψη μου από άκρη σε άκρη, ούτε πυγολαμπίδα να ήμουν η δόλια. «Πρέπει να λάμψει η αλήθεια για να μπει το μαχαίρι στο κόκαλο» είναι το σλόγκαν τους. Με καλούνε συνέχεια στα δελτία ειδήσεων, στις πολιτικές ομιλίες, με πάθος και ζήλο με κυνηγούν σαν θήραμα οι φοιτητές και οι καθηγητές στα πανεπιστημιακά αμφιθέατρα, ενώ οι ερωτοχτυπημένοι μαγαρίζουν το όνομα μου στα ραβασάκια τους καθώς ορκίζονται «Σ’ αγαπώ μα την Αλήθεια»! Αμ, τους ψαράδες και τους κυνηγούς που να τους προλάβω; Καλά παιδιά δεν λέω αλλά να με ξυπνάνε χαράματα επειδή γουστάρουν την παρέα μου; Και άσε πόσοι με υπερασπίζονται κάθε μέρα, κάθε ώρα, μιλιούνια!
Βαρέθηκα Ψέμα, μα πιο πολύ βαρέθηκα να με γιορτάζουν όλον τον χρόνο. Τόση γιορτή, τόση ευτυχία με πνίγει! Χεσμένη από χαρά είμαι πάντα! Σαν συγκαμένη προχωρώ η καψερή! Έχω δοκιμάσει τα πάντα, μωρομάντιλα, πούδρα, τζίφος! Μόνο η πρωταπριλιά με αναπαύει όταν γιορτάζουν εσένα. Για αυτό να είσαι καλά! Να χαίρεσαι το όνομα σου!
Με τιμή,
Η φίλη σου Αλήθεια
Αμόλα καλούμπα!
Στην αρχή όλοι χαίρονταν με το λαμπρό ουρανό,
Μετά ήρθαν κάποιοι παλαβοί,
Και ούρλιαζαν πως τα αστέρια έπεσαν,
Ο ήλιος έσβησε,
Παρόλο που το φως ακόμα έλαμπε,
Και όσο κι αν ακούγεται περίεργο,
Την λογική και την αλήθεια λίγοι τις υπερασπίστηκαν,
Οι περισσότεροι δεν πείστηκαν,
Όμως προσποιήθηκαν,
Εξάλλου με το σκοτάδι βολεύτηκαν,
Που απλώθηκε στην πολιτεία,
Αρπάξανε την ευκαιρία,
Να κρύψουν της ψυχής τους το τίποτα,
Στην ψεύτικη μαυρίλα,
Στα μπαούλα, στα υπόγεια,
Να κλειδώσουν της ζωής τους το μηδέν,
Μα τα παιδιά δεν τα κουμαντάρουν,
Καθαρή έρχεται Δευτέρα,
Θα αμολήσουν καλούμπα,
Θα πετάξουν χαρταετό,
Θα μπουν όμως οι δειλοί στον πειρασμό,
Να στρέψουν το βλέμμα στον ουρανό,
Στον φωτεινό ουρανό;
Ε, βασιλιά ώρα καλή, τραγούδι
Από το τελευταίο μου παραμύθι ¨Ε, βασιλιά ώρα καλή¨ ξεπετάχτηκε απροσδόκητα ένα τραγούδι. Το μελοποίησε ο αδερφός μου ο Γιάννης και το τραγουδάει μαζί με την γυναίκα του τη Βιβή (οικογενειακή υπόθεση). Η ηχογράφηση έγινε με ερασιτεχνικά μέσα αλλά με επαγγελματικό μεράκι.
Ε, εσύ με το σακί,
Έκανα σκέψη λογική,
Όχι, δεν έχω πιεί ρακί,
Ούτε το έχεις φανταστεί,
Σε τι παγίδα έχουμε πιαστεί,
Σε ένα παιχνίδι του μυαλού,
Σε ένα κυνήγι θησαυρού,
Άνθρακας είναι και ο χρυσός,
Εγώ κουτός και εσύ χαζός,
Ιδρώνουμε πάνω στη Γή,
Και προσδοκούμε μιαν αυγή,
Που δεν σκοπεύει να φανεί,
Αν εμείς, αν εμείς…
Βλέπεις εκείνη την ανηφοριά,
Πάει καρφί στον βασιλιά,
Πάμε μαζί,
Με μια φωνή,
Με μιαν αδάμαστη ψυχή,
Να πούμε αλλάζουμε ζωή,
Ε, Βασιλιά ώρα καλή,
Κράτα εσύ κάθε φλουρί,
Κρατάμε εμείς όλη τη γη,
Ελιά, κρασί και λογική,
Θα φτιάξουμε απ’ την αρχή,
Μια πολιτεία μαγική,
Δεν θα χει ανάγκη το χρυσό,
Αλλά το λόγο τον καλό.
Το αγοράκι με το τσακμάκι.
Ελληνόπουλο έτυχε να είναι το αγόρι του παραμυθιού, ήταν
δεν ήταν 12 χρονών, με χνούδι από μουστάκι στο πρόσωπο του. Δεν ήταν ούτε
φτωχό, ούτε πλούσιο, άνηκε, χωρίς να το γνωρίζει, στην μεσοαστική τάξη. Εκείνη
την κρύα μα ηλιόλουστη μέρα, παραμονή Πρωτοχρονιάς του 2013, βάδιζε στον
κεντρικό πεζόδρομο της πόλης. Παρατηρούσε τους ενήλικες να τρέχουν αλαφιασμένοι
να μπαινοβγαίνουν στις τράπεζες, να ψάχνουν με αγωνία στα πορτοφόλια τους
χρήματα για να πληρώσουν τα τελευταία χαράτσια του χρόνου που φεύγει. Δεν έμενε
ούτε δεκάρα τσακιστή για τον λαχειοπώλη της πλατείας που προσπαθούσε μάταια να
ξεφορτωθεί τα μαγικά χαρτάκια. Το αγόρι ήθελε να αγοράσει έναν λαχνό αλλά το
χαρτζιλίκι του είχε υποστεί σημαντική μείωση τα τελευταία 3 χρόνια της κρίσης.
Δύο ευρώ είχε όλα και όλα στην τσέπη του μπουφάν του.
Μουριά δίχως μούρα
Δύο τύποι βαριεστημένοι, με γραβάτες από το
λαιμό δεμένοι και με δύο χαρτοφύλακες φορτωμένοι, περνούν την σκουριασμένη
αυλόπορτα. Τι τους έλαχε Δευτεριάτικα να πάνε μέσα στο καταχείμωνο να κάνουν
κατάσχεση σπιτιού σε ορεινό χωρίο. Ένα παλαιό σπιτάκι, με ιδρώτα χτισμένο
χάνεται γιατί ο νοικοκύρης του αδυνατούσε να καλύψει τις δόσεις του δανείου.
Εκείνος τους περίμενε, όρθιος και ακίνητος κάτω από ένα δένδρο δίχως φύλλα. Οι
γείτονες παρακολουθούσαν από τις γρίλιες των κλειστών παραθύρων, σαν να βλέπανε
ταινία στον κινηματογράφο. Μερικοί, ενδόμυχα χαιρόντουσαν για την κατάντια του
γείτονα τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως οι τράπεζες δεν θα πειράξουν το δικό
τους το τσαρδί.
Νέα μάσκα πραγμάτων
Υπήρχε μια πόλη τόσο όμορφη μα και τόσο βασανισμένη. Ο ήλιος ήταν πάντα φίλος της και την ζέσταινε τις περισσότερες μέρες του χρόνου. Τα σύννεφα περνούσαν περιστασιακά πάνω από τον ουρανό της αλλά χωρίς ποτέ να καταφέρνουν να γκριζάρουν το μοναδικό φωτεινό της χρώμα. Και από την καρποφόρα γη της τρεφόντουσαν άνθρωποι και ζωντανά. Ευλογημένο τόπο τον χαρακτήριζαν πολλοί για αυτό μάλλον η Λογική και η Ελευθερία διάλεξαν να γεννηθούν εκεί. Δυστυχώς όμως οι Έννοιες αυτές κρύφτηκαν στο πέρασμα του χρόνου. Κρύφτηκαν μέσα στα μυαλά των πολιτών της για να σωθούν από τους αλλεπάλληλους πολέμους, τις πολιορκίες και τα τυραννικά καθεστώτα που καταταλαιπωρούσαν την πόλη κατά καιρούς.
Η αρπαχτή
Σα βγεις στον πηγαιμό για την αρπαχτή,
να εύχεσαι να είναι βρώμικος ο δρόμος,
γεμάτος φράγκα, γεμάτος κορόιδα.
Τους αστυνομικούς και τους δημοσιογράφους,
τον αφηρημένο εφοριακό μη φοβάσαι ,
τέτοια στο δρόμο σου ποτέ δεν θα βρεις,
αν μεν η θέση σου υψηλή αν εκλεκτή
συγκίνησης την τσέπη και τον λογαριασμό σου αγγίζει.

Δεύτερη ευκαιρία στον Άνθρωπο...
Στο πολύ μακρινό μέλλον τίποτα δεν μοιάζει με την σημερινή πραγματικότητα. Ένας πυρηνικός πόλεμος έχει καταστρέψει σχεδόν τα πάντα. Ένα μόνο είδος ζωής έχει επιβιώσει, οι κατσαρίδες. Μάλιστα έχουν εξελιχθεί τόσο πολύ που όχι μόνο μιλάνε αλλά σκέφτονται, αναρωτιούνται και γράφουν. Παρακάτω είναι ένα απόσπασμα από μια εφημερίδα τους ,που ταξίδεψε πίσω στο χρόνο και έφτασε στις σελίδες αυτού του βιβλίου.
Κριτική για το βιβλίο από books.matia.gr
Υπάρχει ένα πλάσμα σε ετούτο τον -όμορφο κατά πολλούς και μάταιο κατά
μερικούς- κόσμο, το οποίο το συναντάμε από τα πιο παλαιά φιλοσοφικά
ερωτήματα ως το πιο μικρό ακριτικό χωριό της χώρας μας. Ένα πλάσμα που
γι αυτό έχουν γραφτεί μεταξύ άλλων και εκατοντάδες -μην πω χιλιάδες-
συνταγές μαγειρικής! Σας μιλώ φυσικά για την κότα. Στην προκειμένη
περίπτωση βέβαια, δεν αναφερόμαστε σε οποιαδήποτε κότα αλλά στην ηρωίδα
και αφηγήτρια του Άγγελου Μαρίνη στο πρώτο του βιβλίο που φέρει τον τίτλο «Όσα δεν φτάνω τα κάνω παραμύθια».
Ένα εξαιρετικό ανάγνωσμα που κυκλοφόρησε τον Μάιο του 2011 από τις
εκδόσεις Μπατσιούλα, με μια εξαίσια και ισάξια του κειμένου
εικονογράφηση που υπογράφει ο Κλεάνθης Σιμυρδάνης!
Θρύψαλα και χρώματα
Ήμουν ένας κλασικός σύγχρονος τύπος. Ζούσα την ζωή μου απλά, χωρίς να αναρωτιέμαι για οτιδήποτε. Ήμουν ένας γυαλάκιας. Φορούσα γυαλιά από τότε που θυμάμαι τον εαυτό μου. Ήμουν φορέας ενός σπάνιου ιού και απαγορευόταν να ανοίξω τα ματιά μου απροστάτευτα, χωρίς τα «ειδικά» γυαλιά. Τουλάχιστον έτσι μου είχαν πει οι πάνσοφοι οφθαλμίατροί μου. Μόλις ξυπνούσα φορούσα τα μεγάλα, μαύρα, κοκάλινα γυαλιά μου και ξεκινούσα τη μέρα. Ακόμα και μπάνιο με τα γυαλιά έκανα. Μερικές φορές μάλιστα κοιμόμουν και με αυτά γιατί ως αφελής είχα πιστέψει ότι έτσι τα όνειρα μου θα ήταν ευκρινέστερα.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)

