Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Διήγημα. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Διήγημα: Ανάμεσα στο βράχο και στο γυαλί

(Διήγημά μου για το περιοδικό αναπνευστήρας, τεύχος 16!)

Είδαν τον πυκνό καπνό να ανεβαίνει από την καλύβα του βουνού στον καθαρό ουρανό αλλά δεν έδωσαν σημασία. Οι κάτοικοι της μικρής πόλης, που ήταν χτισμένη στους πρόποδες του βουνού, περίμεναν να το πει η τηλεόραση για να πάρουν χαμπάρι τη φωτιά. Τότε μόνο πετάχτηκαν έντρομοι στην κεντρική πλατεία όπου οι κάμερες και τα μικρόφωνα περίμεναν τα τρομοκρατημένα τους βλέμματα και τις αναστατωμένες τους φωνές. Βλέμματα που δεν βρίσκουν τον ντόμπρο δρόμο, φωνές που δεν ακούγονται την ώρα που πρέπει αλλά περιμένουν την κακιά στιγμή για να λαλήσουν.

Στα όπλα

Χτυπάει το τηλέφωνο για ώρα.
-Ορίστε!
-Σήκωσε το ρε παππού μια ώρα! Κουφάθηκες για τα καλά εκεί πάνω στο βουνό;
-Ήμουν έξω και φτυάριζα το χιόνι.
-Πρόσεχε μη φας καμιά τούμπα, γέρος άνθρωπος, και τρέχουμε για κηδείες χειμωνιάτικα στα όρη στα άγρια βουνά.
-Φάε τη γλώσσα σου, βρε γρουσούζη!
-Εμ, τι να πω, κάνεις τον παλικαρά τώρα στα στερνά σου! Πέθανε και η γιαγιά που κάπως σε μάζευε.
-Ποια στερνά μου, βρε σπόρε; Ούτε καν 88!
-Τελοσπάντων. Κάνε ό,τι καταλαβαίνεις! Για άλλο σε πήρα!
-Για λέγε.

Οι μεταρρυθμίσεις

Σχεδόν κάθε Κυριακή πρωί στην εκκλησία της κεντρικής πλατείας της επαρχιακής πόλης. Ο ένας μπροστά με το κεφάλι να κοιτάει περήφανα ευθεία και ο άλλος στα πίσω καθίσματα με λυγισμένο το κορμί να προσεύχεται. Ο κύριος Αγαμέμνονας, συνταξιούχος πλέον, αλλά παλιά μεγάλος και τρανός αρχιτέκτονας της πόλης διαφημιζόταν σε κάθε θεία λειτουργία σαν ευυπόληπτος πολίτης, ενίοτε παρίστανε και τον ψάλτη. Ο κυρ Τάκης, συνταξιούχος αγρότης, τί να διαφήμιζε; Τη φτώχεια του; Καθόταν πάντα πίσω για να περνάει απαρατήρητος και να μπορεί να προσεύχεται συγκεντρωμένος.

Αόρατα χέρια

Η περίοδος των διακοπών πάντα η ίδια για αυτήν την τετραμελή οικογένεια. Τέλη Αυγούστου μέχρι αρχές Σεπτέμβρη. Για να είναι μόνοι να πετάνε πέτρες ελεύθερα στην θάλασσα χωρίς να κινδυνεύουν να πετύχουν κανέναν στο δόξα πατρί. Το μέσο μεταφοράς το ίδιο, η λευκή κλούβα η οποία λειτουργούσε και σαν κατάλυμα, ρίχνοντας ένα μεγάλο στρώμα κατάχαμα. Η μόνη διαφορά στις φετινές διακοπές είναι πως τα δύο τους κορίτσια λείπανε. Φοιτήτρια η μια στo Ρέθυμνο ετοιμάζονταν για την εξεταστική και η άλλη δούλευε στην Αθήνα από το πρωί έως το βράδυ. Για αυτό φέτος, το ζευγάρι ξεκίνησε  μονάχο το ταξίδι, ο Φάνης και η Τασία. Μόλις έφτασαν στην κορυφή του βουνού, που τους έκρυβε την θάλασσα, ο Φάνης έβαλε δευτέρα, για να μην πατάει συνέχεια φρένο, το αμάξι άρχισε να λύνεται στον κατήφορο, το ίδιο και η γλώσσα του, αν και συνήθως ήταν σιωπηλός στον ενδοοικογενειακό του βίο.

Η συμφωνία

Το αμφιθέατρο της φιλοσοφικής, λίγο πριν την έναρξη της εξέτασης, ήταν σχεδόν άδειο. Η Λένα μπήκε μέσα κατευθυνόμενη στα πίσω έδρανα, στην γαλαρία, όπου βρίσκονταν η Μαρία που δεν την γνώριζε. Εξάλλου δεν πάταγε καθόλου στη σχολή εδώ και μήνες, παρόλο που έπρεπε να τελειώσει μέσα στο ερχόμενο έτος. Έκατσε ακριβώς δίπλα της, μπας και αντιγράψει τίποτα αφού είχε πάει σαν τουρίστρια χωρίς να ανοίξει βιβλίο. Όπως πάντα στην κοσμάρα της, δεν κατάλαβε αμέσως πως η Μαρία είχε πρόβλημα με τα πόδια της και δεν μπορούσε να κινηθεί χωρίς καροτσάκι. Στρογγυλοκάθισε σταυροπόδι, άναψε, χωρίς να ρωτήσει, τσιγάρο και ο καπνός πήγαινε κατευθείαν στο πρόσωπο της Μαρίας. Κάθε λογικός άνθρωπος θα είχε νευριάσει αλλά εκείνη την κοίταζε με ένα ειδικό βλέμμα γεμάτο κατανόηση και ηρεμία. Η Λένα διαισθάνθηκε το διαπεραστικό βλέμμα της Μαρίας και αισθάνθηκε αμηχανία αλλά και μια περίεργη θαλπωρή.

Το παλιό εικοσάρικο

Τα ήξερε τα χούγια του αμαξιού του ο Κυρ Νίκος. Κοντά τριάντα δύο χρόνια ήταν η συντροφιά του το γαλάζιο όπελ καντέτ με τα χίλια διακόσια κυβικά του. Πάλιωσε το όχημα πάλιωσε και ο οδηγός και ας μην ήταν πολύ μεγάλος. Μόλις είχε βγει στην σύνταξη αλλά δεν πρόλαβε να την χαρεί, τον χτύπησε στους πνεύμονες η κακιά αρρώστια. Έτρεχε από γιατρό σε γιατρό, από νοσοκομείο σε νοσοκομείο αλλά το ένιωθε πως το τέλος ερχόταν. Το ένιωθε ίσως και το πιστό του το αμάξι που όλο και συχνότερα τον άφηνε βραδιάτικα στις ερημιές. Δεν ήθελε όμως να το αλλάξει, είχε συνηθίσει τις χαμηλές ταχύτητες, το χαλασμένο ραδιόφωνο και το παλιό εικοσάρικο. Μόνο το παλιό εικοσάρικο του είχε ταιριάξει στο χαλασμένο παράθυρο για να σφηνώνει το τζάμι στην σχισμή της πόρτας του οδηγού. Όποτε ήθελε να το ανοίξει για να κάνει τσιγάρο έβγαζε το μεταλλικό κέρμα και το τζάμι κατέβαινε σαν να ήταν μαγικό ή σύγχρονο ηλεκτρονικό.

Όπου μιλάει ο άνεμος


Μετασχηματίζεται το σώμα με πόνο, αλληλοσυγκρούονται στο μυαλό οι σκέψεις με ορμή. Δύσκολο να είσαι έφηβος και ακόμα δυσκολότερο να προσπαθείς να ζεις και να ονειρεύεσαι σε έναν κόσμο ανταγωνιστικό. Ηθέλε λίγο να ξαφύγει, για αυτό μετά το σχολείο, φορτωμένος με την σάκα του και το άγχος του για τις εξετάσεις που πλησιάζουν, πήρε το ανηφορικό μονοπάτι προς το πευκόφυτο βουνό. Παρόλο το ταχύ νεανικό του βήμα, αισθάνονταν ότι σερνόταν σαν τις κάμπιες που μόλις είχαν κάνει όπως και η άνοιξη την εμφάνιση τους. Σαν έφτασε στην κορυφή, κρυμμένος μέσα στα δέντρα, ήθελε απλά να ουρλιάξει, να διώξει ό,τι τον έπνιγε, να φωνάξει με τόση ένταση ώστε κι ο δυνατός αέρας που λυσσομανούσε, να πάψει να ακούγεται, να φαντάζει σαν θρόισμα. Πήρε βαθιά ανάσα…

Μουριά δίχως μούρα




Δύο τύποι βαριεστημένοι, με γραβάτες από το λαιμό δεμένοι και με δύο χαρτοφύλακες φορτωμένοι, περνούν την σκουριασμένη αυλόπορτα. Τι τους έλαχε Δευτεριάτικα να πάνε μέσα στο καταχείμωνο να κάνουν κατάσχεση σπιτιού σε ορεινό χωρίο. Ένα παλαιό σπιτάκι, με ιδρώτα χτισμένο χάνεται γιατί ο νοικοκύρης του αδυνατούσε να καλύψει τις δόσεις του δανείου. Εκείνος τους περίμενε, όρθιος και ακίνητος κάτω από ένα δένδρο δίχως φύλλα. Οι γείτονες παρακολουθούσαν από τις γρίλιες των κλειστών παραθύρων, σαν να βλέπανε ταινία στον κινηματογράφο. Μερικοί, ενδόμυχα χαιρόντουσαν για την κατάντια του γείτονα τους, έχοντας την ψευδαίσθηση πως οι τράπεζες δεν θα πειράξουν το δικό τους το τσαρδί.